Τα Προβλήματα Βιωσιμότητας Των Επιχειρήσεων Μικρής Λιανικής

Τα Προβλήματα Βιωσιμότητας Των Επιχειρήσεων Μικρής Λιανικής

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ Πέμπτη, 25 Φεβρουάριος 2016 15:27

ΠΡΟΣ:

1) Τον αξιότιμο κ. Πρωθυπουργό

2) Τον αξιότιμο κ. Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης

3) Τον αξιότιμο κ. Υπουργό Εθνικής Αμύνης

4) Τον αξιότιμο κ. Υπουργό Οικονομικών

5) Την αξιότιμη κ. Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας

6) Την αξιότιμη κ. Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

7) Τον αξιότιμο κ. Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας

8) Την αξιότιμη κ. γ.γ. του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος

9) Τον αξιότιμο κ. Πρόεδρο του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού

10) Τον αξιότιμο κ. Πρόεδρο του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

 

Κοιν. : Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και Ε.Φ.Κ. Υπουργείου Οικονομικών (Δ/νση Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης-Τμήμα Φορολογίας Καπνού).

 

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

ΘΕΜΑ: Τα προβλήματα βιωσιμότητας των επιχειρήσεων μικρής λιανικής (περιπτέρων, ψιλικών ειδών και μίνι μάρκετ) και οι κοινωνικές τους επιπτώσεις.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Α) ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΜΙΚΡΗΣ ΛΙΑΝΙΚΗΣ, ΤΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΟΜΗΣ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΩΝ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΤΟΥΣ

 

Με τον όρο «μικρή λιανική» ορίζονται οι μέτριου οικονομικού μεγέθους επιχειρήσεις λιανικής διάθεσης στο καταναλωτικό κοινό καπνοβιομηχανικών προϊόντων, ημερησίου και περιοδικού τύπου, εγκυτιωμένων και συσκευασμένων ζαχαρωδών και γαλακτοκομικών προϊόντων και ψιλικών ειδών, όπως αυτά ορίζονται από τις οικείες αγορανομικές και υγειονομικές διατάξεις.

Τα πλεονεκτήματα διάθεσης των ως άνω προϊόντων από τις επιχειρήσεις αυτές τόσο για τους παραγωγούς, εισαγωγείς και χονδρέμπορους αυτών, όσο και για το καταναλωτικό κοινό, εντοπίζονται στα ακόλουθα σημεία:

• στην ευρεία γεωγραφική διασπορά τους και την ευέλικτη χρονικά λειτουργία τους, εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους και του αμιγώς προσωπικού και οικογενειακού χαρακτήρα τους, με αποτέλεσμα την εγγύτητα και την αμεσότητά τους προς το καταναλωτικό κοινό και την ευρεία διάδοση των διακινούμενων προϊόντων

• στην ενίσχυση του υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά λόγω της έλλειψης εναρμόνισης της συναλλακτικής τους συμπεριφοράς εις βάρος των παραγωγών και των προμηθευτών

• στην προστασία του καταναλωτικού κοινού λόγω αδυναμίας αυτοδύναμης τιμολόγησης μεγάλου αριθμού των διακινούμενων ειδών, τα οποία διατίθενται σε σταθερές και προκαθορισμένες τιμές από τους παραγωγούς και εισαγωγείς αυτών.

Τα παραπάνω πλεονεκτήματα έχουν ευεργετικές συνέπειες σε πλήθος παραγωγικών κλάδων της σύγχρονης οικονομίας, οι οποίοι έχουν αναδείξει τις επιχειρήσεις μικρής λιανικής σε στρατηγικό διεκπεραιωτή των προϊόντων και υπηρεσιών τους με αντίστοιχο οικονομικό τους όφελος. Το παραπάνω οικονομικό όφελος συνίσταται κυρίως α) στην προμήθεια των προϊόντων εκ μέρους των επιχειρήσεων μικρής λιανικής σε σημαντικά καλύτερες τιμές από τις υπεραγορές και την ευχέρεια διάθεσής τους στο κοινό χωρίς χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, β) στην εξόφληση των προμηθειών εκ μέρους των επιχειρήσεων μικρής λιανικής τοις μετρητοίς ή με περιορισμένες ποσοτικά και χρονικά πιστώσεις και γ) στην ευχέρεια διείσδυσης επί ίσοις όροις κάθε παραγωγικής επιχείρησης στον κλάδο της μικρής λιανικής, σε αντίθεση με τις υπεραγορές όπου το μέγεθος του κύκλου των συναλλαγών τους καθιστά τις σχετικές συνεργασίες λεόντειες σε βάρος των παραγωγών και των εισαγωγέων.

Αντίστροφη όψη του παραπάνω πλεονεκτήματος είναι η αδυναμία διαπραγμάτευσης και προσδιορισμού της τιμής προμήθειας και λιανικής διάθεσης του κύριου όγκου των διακινούμενων από τις παραπάνω επιχειρήσεις προϊόντων, είτε λόγω νομοθετικών φραγμών για ποικίλους λόγους δημοσίου συμφέροντος, είτε λόγω εναρμονισμένων πρακτικών και έλλειψης διαπραγματευτικής ισχύος απέναντι στα δίκτυα των προμηθευτών.

Ως εκ τούτου, τα σημεία αυτά ουσιαστικά λειτουργούν ως διεκπεραιωτές κατά κύριο λόγο αγαθών προς το καταναλωτικό κοινό επί προμηθεία συμφωνούμενη ανάμεσα στον προμηθευτή (χονδρέμπορο) και το σημείο μικρής λιανικής σε ποσοστό επί της προσδιορισμένης είτε από τον παραγωγό (καπνοβιομηχανία, εκδότης εντύπου, εταιρεία κινητής τηλεφωνίας τιμής (δεσμευτικής ή ενδεικτικής) λιανικής πώλησης του προϊόντος στο κοινό.

Οι επιχειρήσεις μικρής λιανικής έχουν ως αναγνωρίσιμη μορφή τους α) τα περίπτερα αναπήρων πολέμου, που διέπονται κατά κύριο λόγο από τις διατάξεις του Ν.Δ. 1044/1971, και β) τα καταστήματα ψιλικών ειδών.

Η υγιής λειτουργία των παραπάνω επιχειρήσεων συνδέεται άρρηκτα με την λιανική διάθεση καπνοβιομηχανικών προϊόντων, καθώς αυτά καθορίζονται από το άρθρο 3 παρ. 1 στ. β του Ν.Δ. 1044/1971 ως προϊόντα προνομιακώς διατιθέμενα στο κοινό από ευπαθείς ομάδες πληθυσμού για λόγους κοινωνικής πρόνοιας (ανάπηροι πολέμου, ανάπηροι ειρηνικής περιόδου και εσχάτων πολύτεκνοι).

Η συνάρτηση της διάθεσης καπνοβιομηχανικών προϊόντων με πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας και αποκατάστασης, η οποία εκδηλώνεται με την απονομή διοικητικής άδειας για την εμπορία καπνοβιομηχανικών προϊόντων υπογραμμίζει την κοινωνική διάσταση των επιχειρήσεων μικρής λιανικής, αφού η αυτοδύναμη εκμετάλλευση των αδειών από τους δικαιούχους ή την εκμίσθωσή τους υποκαθιστά την πολιτεία στην μέριμνα των ομάδων αυτών.

Δευτερεύοντως οι επιχειρήσεις μικρής λιανικής διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην καθημερινή διεκπεραίωση του ημερήσιου και περιοδικού τύπου στο αναγνωστικό κοινό, αφού ο αριθμός τους και η διασπορά τους εξασφαλίζουν την ταχύτατη διάθεση του εντύπου, αντισταθμίζοντας την απαξίωσή του λόγω του επικαιρικού του χαρακτήρα.

Τέλος, υπογραμμίζεται ότι με την απελευθέρωση της αγοράς τηλεφωνικών υπηρεσιών, οι επιχειρήσεις μικρής λιανικής διακινούν, ως οι πλέον πρόσφορες επιχειρήσεις, μεγάλο αριθμό τηλεφωνικών καρτών.

Τα ανωτέρω τρία είδη προϊόντων ουσιαστικά αντιπροσωπεύουν από 75%-90% των διατιθέμενων προϊόντων. Οι τρεις αυτές κατηγορίες προϊόντων εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά, καθώς : α) Η τιμή λιανικής πώλησής τους δεν προσδιορίζεται από την επιχείρηση μικρής λιανικής, αλλά είναι εκ των προτέρων προσδιορισμένη από τον παραγωγό, τον εισαγωγέα ή τον προμηθευτή και γίνεται επί προμηθεία όπως αναπτύχθηκε, και β) η διάθεσή τους για διάφορους λόγους δημοσίου συμφέροντος (φορολογικούς, υγειονομικούς και άλλους) διέπεται εξαντλητικά από ένα πλέγμα διατάξεων, η εφαρμογή και εξέλιξη των οποίων έχουν μείζον αποτέλεσμα στην ωφέλεια των συντελεστών παραγωγής, διανομής και λιανικής διάθεσης των προϊόντων αυτών.

Κατά συνέπεια, κάθε νομοθετική πρόνοια ή μεταβολή πρέπει να λαμβάνει αυστηρά υπόψη της τη διατήρηση της ισορροπίας των συμφερόντων των παραπάνω συντελεστών και τη βιωσιμότητά τους, ώστε η διάθεση των ειδών αυτών να μην είναι δυσχερής ή ασύμφορη.

Εξάλλου, η λειτουργία των επιχειρήσεών μικρής λιανικής, ως επιχειρήσεων αποκλειστικής λιανικής πώλησης καπνικών ειδών για λόγους κοινωνικής πρόνοιας, διέπεται από ένα πλέγμα διατάξεων επίσης φορολογικών, διοικητικών και υγειονομικών, σύμφυτων με το χαρακτήρα τους αυτό και προστατευτικών κατά την εισαγωγή τους, αλλά ανασταλτικών ως προς την ανάπτυξή τους και επιβαρυντικών ως προς το κόστος λειτουργίας τους στις σύγχρονες ανταγωνιστικές συνθήκες.

Επιβάλλεται κατά συνέπεια η πρακτική εναρμόνιση ανάμεσα στον επιχειρηματικό τους χαρακτήρα και τα προνοιακά τους χαρακτηριστικά, ώστε η ευδοκίμηση των πρώτων να υπηρετήσει τα δεύτερα επαρκέστερα.

Τα παραπάνω θέματα αποκτούν δραματική σημασία και επικαιρότητα αν αναλογιστεί κανείς την αυτοτελή δυναμική των επιχειρήσεων αυτών και των παραγωγικών κλάδων που εξυπηρετούν, καθώς έχει υπολογιστεί ότι συντηρούνται τουλάχιστον 250.000 εργαζόμενοι και επαγγελματίες ενώ μέσω των επιχειρήσεων αυτών πραγματοποιείται το 70% του κύκλου εργασιών των συνεργαζόμενων εταιρειών.

Με το παρόν θα αναδειχθούν συνοπτικά και με τρόπο κατανοητό οι αστοχίες της ισχύουσας νομοθεσίας και ιδίως των πρόσφατων νομοθετικών μεταβολών, οι οποίες ουσιαστικά καθιστούν ασύμφορη τη διάθεση των ως άνω προϊόντων και την λειτουργία των σημείων πώλησης και έχουν οδηγήσει στην μαζική διακοπή λειτουργίας πολλών από τις επιχειρήσεις μικρής λιανικής με προοπτική τον επικείμενο αφανισμό τους.

 

ΘΕΜΑ 1ΟΝ – ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

Σχετ.: Η από 10-5-2010 απάντηση του Υπουργού Οικονομικών Γεωργίου Παπακωνσταντίνου στην με αριθμό πρωτοκόλλου 6167/19.04.2010 αναφορά των βουλευτών Β. Κεγκέρογλου, Μ. Σκραφνάκη, Ε. Στρατάκη και Φ. Παρασύρη.

Το πρόβλημα: Υπό τις ασφυκτικές δημοσιονομικές και ταμειακές συγκυρίες, η Κυβέρνηση υποχρεώθηκε σε ομοίως ασφυκτικές προθεσμίες να λάβει επώδυνα φορολογικά μέτρα. Ως κλάδος και Έλληνες πολίτες έχουμε εκφράσει την συμπαράστασή μας και την ετοιμότητά μας να συνεισφέρουμε στη συλλογική προσπάθεια.

Ωστόσο, η επιτακτικότητα λήψης μέτρων με άμεσο εισπρακτικό αποτέλεσμα δεν επέτρεψε στην πολιτεία την ευχέρεια μελέτης των επιπτώσεων της ανατίμησης του ειδικού φόρου κατανάλωσης καπνού στην λειτουργία της σχετικής αγοράς και την ομαλή αφομοίωσή του από αυτή.

Η αποδοτικότητα ενός φόρου κατανάλωσης συναρτάται πρωτίστως με την ομαλή διάθεση στην αγορά του βεβαρημένου προϊόντος, η οποία εξασφαλίζει και τα αναγκαία έσοδα για την Πολιτεία.

Η πρόσφατη ανατίμηση της λιανικής τιμής των καπνοβιομηχανικών προϊόντων έχει ήδη καταστήσει το προϊόν δυσπρόσιτο σε μερίδα καταναλωτών, με αποτέλεσμα την μείωση των πωλήσεων και την έξαρση της λαθρεμπορίας καπνού. Κατά συνέπεια, αναμένεται μείωση του ακαθάριστου κύκλου εργασιών όλων των συντελεστών εισαγωγής, παραγωγής και διακίνησης του καπνού.

Ωστόσο, το πρόβλημα λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις εξαιτίας της αδυναμίας απορρόφησης από την μία μόλις ανατίμηση της λιανικής τιμής των πέντε διαδοχικών αυξήσεων του ειδικού φόρου κατανάλωσης καπνού με παράλληλη αύξηση της επιβάρυνσης του προϊόντος από το ΦΠΑ. Έτσι, η ποσοστιαία κατανομή των εσόδων, μετά φόρων, από την πώληση καπνού μεταξύ των συντελεστών της παραγωγής ή εισαγωγής, του χονδρεμπορίου και του λιανεμπορίου όχι μόνο δεν έμεινε αναλλοίωτη, αλλά διαταράχτηκε σημαντικά.

Το παραπάνω είχε ως αποτέλεσμα η αύξηση του φόρου αυτού να μην επιβαρύνει αποκλειστικά των καταναλωτή καπνικών ειδών, αλλά και τους συντελεστές εμπορίας του καπνού. Ειδικά το ποσοστό που αναλογεί στον λιανοπωλητή – επιχείρηση μικρής λιανικής (προμήθεια) πρακτικά εκμηδενίστηκε και μάλιστα στα φτηνότερα προϊόντα μεγαλύτερης κατανάλωσης (με τιμή πακέτου μικρότερη ή ίση των 3,80 ΕΥΡΩ). Αυτό συνέβη διότι μετά την εφαρμογή από τις βιομηχανίες και τους εισαγωγείς του βιομηχανικού ή εισαγωγικού κόστους του προϊόντος στην ανατιμημένη λόγω της αύξησης του φόρου αξία λιανικής πώλησης, ακολούθησε η εναρμόνιση της πρακτικής μεταξύ των χονδρεμπόρων καπνού σε ενιαίο ποσοστό κέρδους επί της λιανικής τιμής 2,9% σε όλες τις λιανικές τιμές τσιγάρων με αποτέλεσμα τον αφανισμό του ποσοστού κέρδους του λιανοπωλητή.

Η εκμηδένιση του ποσοστού της προμήθειάς μας υπήρξε παρενέργεια της ταυτόχρονης αύξησης όλων των αριθμητικών συντελεστών που προσδιορίζουν το φόρο καπνού (αναλογικού και πάγιου), του συντελεστή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και ως εκ τούτου και της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης επί της οποίας υπολογίζεται ο πάγιος φόρος.

Δηλαδή δε λήφθηκε υπόψη ότι η ταυτόχρονη αύξηση όλων των παραπάνω συντελεστών συνεπιφέρει και αύξηση της βάσης υπολογισμού το φόρου, αφού το πάγιο τέλος προκύπτει με εφαρμογή του ήδη αυξημένου ποσοστού του 10% επί της αυξημένης συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης της (67% + ΦΠΑ 23%) επί της πλέον ζητούμενης τιμής. Στη συνέχεια εφαρμόζονται τόσο ο αυξημένος συντελεστής αναλογικού φόρου επί της ήδη αυξημένης τιμής όσο και ο αυξημένος συντελεστής ΦΠΑ επί της τιμής λιανικής πώλησης, η οποία συμπεριλαμβάνει το φόρο καπνού και ουσιαστικά εκμηδενίζει την μετά φόρων αξία του προϊόντος.

Για να γίνει περισσότερο ευκρινές το παραπάνω, ενσωματώνονται οι ακόλουθοι πίνακες:

Στον πρώτο πίνακα παρουσιάζεται η διακύμανση του φόρου σε ποσοστιαία αναλογία από το Δεκέμβριο του 2009 έως τον Μαϊο του 2010.

Στον δεύτερο πίνακα παρουσιάζεται η κατανομή της λιανικής τιμής διαφόρων τιμών πώλησης πακέτων καπνοβιομηχανικών προϊόντων ανάμεσα στην Πολιτεία, τις βιομηχανίες καπνού, τους χονδρεμπόρους καπνού και τους λιανοπωλητές πριν από την αύξηση των συντελεστών φορολογίας καπνού και του ΦΠΑ:

Στον τρίτο πίνακα παρουσιάζεται η ίδια κατανομή αυτήν τη στιγμή:

Από την παραπάνω παρουσίαση προκύπτει ότι, παρά την αύξηση της τιμής των προϊόντων βιομηχανικού καπνού (ενδεικτικά πακέτο είκοσι τσιγάρων αρχικής τιμής 3,20 ΕΥΡΩ αυξήθηκε σε 3,80 ΕΥΡΩ), το ποσοστό συμμετοχής των λιανοπωλητών συρρικνώθηκε από το 8% κατά μέσο όρο επί της συνολικής τιμής του πακέτου τσιγάρων στο 3%, ενώ στα φτηνότερα προϊόντα (από απόψεως τιμής και περιεκτικότητας) πρακτικά εκμηδενίστηκε. Ομοίως η προμήθεια του σημείου λιανικής πώλησης μειώθηκε και σε αριθμητική ποσότητα (ονομαστικά).

 

Παρενέργειες προβλήματος: Η μείωση του ποσοστού κέρδους λιανικής πώλησης οδήγησε στην αναστολή λειτουργίας πλείστων επιχειρήσεων μικρής λιανικής σε ποσοστά που κυμαίνονται στο 30%, καθώς αυτές δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στο λειτουργικό τους κόστος λόγω της συντριπτικής μείωσης των εσόδων τους.

Οι επιπτώσεις ωστόσο δεν περιορίζονται μόνο στον επαγγελματικό μας χώρο, αλλά κατατείνουν στη διάλυση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού του ειδικού φόρου κατανάλωσης καπνού, καθώς τα «λουκέτα» στα σημεία πώλησης συνεπάγονται την αδυναμία εξυπηρέτησης των πιστώσεων των χονδρεμπόρων προς τους λιανοπωλητές. Η σχετική αδυναμία πληρωμής θα εντείνει τις δυσχέρειες εξυπηρέτησης της αντίστοιχης πίστωσης του χονδρεμπόρου προς τη βιομηχανία ή τον εισαγωγέα καπνού, με πρακτικό αποτέλεσμα την δυσχέρεια συλλογής και απόδοσης του φόρου.

Θεωρούμε αυτονόητες και δεν τονίζουμε τις αλυσιδωτές κοινωνικές επιπτώσεις. Συγκεκριμένα, μέτρα περιορισμού του παραγωγικού και εργατικού κόστους από τις καπνοβιομηχανίες λόγω περιορισμού της ζήτησης και αδυναμίας παροχής πιστώσεων, αναστολή λειτουργίας επιπλέον επιχειρήσεων μικρής λιανικής λόγω περιορισμού των διαθέσιμων πιστώσεων, αύξηση της ανεργίας, αδυναμία επίτευξης των σκοπών κοινωνικής πρόνοιας από την πώληση καπνού, αφού ήδη σωρεία περιπτέρων δεν μισθώνεται και αυτά δεν λειτουργούν με αποτέλεσμα την απόγνωση των δικαιούχων - εκμισθωτών αυτών (ΑΜΕΑ, ανάπηροι πολέμου κ.τ.λ.), κάμψη της ζήτησης και μείωση των εσόδων φορέων κοινωνικής ασφάλισης (ΟΑΕΕ-ΙΚΑ) από τις επιχειρήσεις μικρής λιανικής. Και εν τέλει, κατάρρευση των εσόδων από τη φορολογία καπνού, τόσο από τις επισφαλείς πιστώσεις, όσο και από τον περιορισμό της ζήτησης λόγω του περιορισμού της διάθεσης του προϊόντος στο κοινό, αφού αυτή θα είναι οικονομικά ασύμφορη.

Παράλληλα, μετά τη συρρίκνωση της σχετικής αγοράς σε ελάχιστες επιχειρήσεις, θα ακολουθήσουν φαινόμενα συγκέντρωσης της αγοράς που θα επιτείνουν τις πιέσεις προς τις καπνοβιομηχανικές εταιρείες για την μείωση του βιομηχανικού κόστους και θα εντείνουν τη νόθευση του υγιούς ανταγωνισμού.

Αναζήτηση λύσεων υπό το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και την παρούσα συγκυρία:

Η επιβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης καπνού διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 94 έως 108 του τελωνειακού κώδικα.

Οι παραπάνω διατάξεις έχουν συμμορφωθεί πλήρως με τις αντίστοιχες διατάξεις των με αριθμούς 92/79/ΕΟΚ, 92/80/ΕΟΚ και 95/59/ΕΚ και 2008/118/ΕΚ οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εκκρεμεί η πλήρης εναρμόνιση της νομοθεσίας με την οδηγία 2101/12 /ΕΕ, για την οποία η χώρα μας έχει λάβει παράταση έως το 2017.

Με βάση το άρθρο 9 της οδηγίας 95/59 ΕΚ «Ως καπνοβιομήχανος θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο στην Κοινότητα και μεταποιεί τον καπνό σε προϊόντα επεξεργασμένα για λιανική πώληση. Οι καπνοβιομήχανοι ή, κατά περίπτωση, οι αντιπρόσωποι ή εντολοδόχοι τους στην Κοινότητα καθώς και οι εισαγωγείς από τρίτες χώρες καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτερες τιμές λιανικής πώλησης κάθε προϊόντος σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο προορίζεται να διατεθεί στην κατανάλωση.»

Στην παραπάνω διάταξη έχουν εναρμονιστεί οι διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα, καταργώντας τις μέχρι τότε ισχύουσες διατάξεις με τις οποίες οι σχετικές τιμές οριζότανε από την Πολιτεία με εγγυημένο ποσοστό κέρδους για τον λιανοπωλητή (9,1%).

Κάθε συσκευασία καπνοβιομηχανικών προϊόντων διατίθεται σήμερα στην ανώτατη λιανική τιμή της, όπως αυτή προσδιορίζεται από την οικεία καπνοβιομηχανία.

Με το παραπάνω έγγραφό της αρμόδιας διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών, υπονοείται ως λύση η αύξηση εκ μέρους των καπνοβιομηχανιών της μέγιστης λιανικής τιμής εκάστου προϊόντος, ώστε να προκύψει μέρισμα για τους λιανοπωλητές.

Ωστόσο, η λύση αυτή οδηγεί σε φαύλο κύκλο διότι:

Α) Κατόπιν αποτίμησης της κάμψης των λιανικών πωλήσεων καπνοβιομηχανικών προϊόντων μετά από την τελευταία αύξηση, αυτές βρέθηκαν σημαντικά μειωμένες σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο. Τυχόν νέα αύξηση θα αποθαρρύνει περαιτέρω την κατανάλωση, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε οριακή ωφέλεια να εξανεμιστεί από την περαιτέρω μείωση των πωλήσεων.

Το γεγονός αυτό προκύπτει και από την εκτιμώμενη για το τρέχον έτος αύξηση των εσόδων του Δημοσίου από την αύξηση της φορολογίας, η οποία με βάση την υφιστάμενη ροή των πωλήσεων θα κινηθεί στα τετρακόσια εκατομμύρια ΕΥΡΩ αντί της αναμενόμενης ύψους ενός δισεκατομμυρίου διακοσίων εκατομμυρίων (1.200,000,000) ΕΥΡΩ.

Β) Η αύξηση όλων των λιανικών τιμών θα συμπαρασύρει α) από το προσεχές έτος, την μέγιστη ζητούμενη τιμή, που θα διαμορφωθεί σε υψηλότερα επίπεδα με αποτέλεσμα την αύξηση του παγίου φόρου, β) ήδη από το τρέχον έτος την φορολογική επιβάρυνση και της επαυξημένης τιμής, αφού ο αναλογικός φόρος και ο φόρος προστιθέμενης αξίας, ως φόροι υπολογιζόμενη επί της μέγιστης τιμής, θα απορροφήσουν μέρος και της νέας αυτής αύξησης.

Κατά συνέπεια, θα υπάρξει πρόσκαιρη οριακή ωφέλεια το τρέχον έτος που θα εξανεμιστεί το επόμενο.

Εξάλλου, ακόμη και η αύξηση της πλέον ζητούμενης τιμής σε ποσό διακοσίων (200,00) ΕΥΡΩ δεν αποδίδει αποκατάσταση του ποσοστού του λιανοπωλητή στο επίπεδο του 8% που κυμαινότανε πριν τις διαδοχικές αυξήσεις του ειδικού φόρου κατανάλωσης και του ΦΠΑ.

Στα πλαίσια των προβληματισμών των συναδέλφων ζυμώθηκε η ιδέα της τιμολόγησης του προϊόντος στο καταναλωτικό κοινό και της απελευθέρωσης της λιανικής τιμής του, ώστε κάθε συνάδελφος να είναι σε θέση να την προσδιορίζει με βάση το επιθυμητό κέρδος.

Ωστόσο, αυτή η λύση έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την κοινοτική νομοθεσία, η οποία επιβάλει ως βάση υπολογισμού του φόρου την μέγιστη λιανική τιμή διάθεσης, ως ορίζεται από την καπνοβιομηχανία, με σκοπό την πρόληψη της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής και την απλούστευση της διαδικασίας της είσπραξης και απόδοσης του φόρου.

Τυχόν υιοθέτηση της παραπάνω απόψεως, ανεξάρτητα από την αντίθεσή της στο κοινοτικό δίκαιο, προϋποθέτει α) τροποποίηση του άρθρου 44 του κώδικος ΦΠΑ, κατά το οποίο αυτός υπολογίζεται επί της ανώτατης τιμής, ενσωματώνεται στην τιμή διάθεσης του προϊόντος από την βιομηχανία στο χονδρεμπόριο και δεν εκπίπτει στα επόμενα στάδια διάθεσης του προϊόντος, και β) σταδιακή επιβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης φόρου σε κάθε στάδιο διακίνησης του προϊόντος και απόδοσή του από κάθε μεσολαβητή, ώστε να φορολογείται η διαφορά της τιμής λιανικής διάθεσης από την εργοστασιακή τιμή.

Συμπερασματικά, η ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία με σκοπό την καταστολή της φοροαποφυγής, της λαθρεμπορίας και την απλούστευση των σχετικών διαδικασιών, επιτρέπει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις επιχειρήσεις παραγωγής και εμπορίας καπνού μόνο μέχρι την μέγιστη τιμή διάθεσης που ορίζουν οι καπνοβιομηχανίες και ειδικότερα: α) στους παραγωγούς με τον μηχανισμό του ορισμού ανταγωνιστικής μέγιστης τιμής, και β) στους διακινητές μέσω της συμπίεσης των ποσοστών προμηθείας τους και με παράλληλη αύξηση των πωλήσεων, ώστε να διαθέτουν το προϊόν σε μικρότερη της μέγιστης τιμής.

Ωστόσο, με τα περιορισμένα περιθώρια κέρδους των λιανοπωλητών, ένας τέτοιος ανταγωνισμός είναι αδύνατος, αφού προηγείται η προσπάθεια της καπνοβιομηχανίας να διασφαλίσει την ανταγωνιστικότητα του προϊόντος με την τιθάσσευση της μέγιστης τιμής.

Μία λύση που συζητήθηκε υπήρξε και η εκ νέου νομοθετική κατοχύρωση ελάχιστου ποσοστού προμηθείας του σημείου μικρής λιανικής επί της λιανικής τιμής πώλησης του προϊόντος. Ωστόσο, αυτή, συνδυαζόμενη με την εναρμονισμένη πρακτική των χονδρεμπόρων θα οδηγούσε ουσιαστικά σε διατίμηση της βιομηχανικής τιμής του καπνού (κόστους παραγωγής ή εισαγωγής) προκαλώντας τις ίδιες παρενέργειες με την αύξηση των μέγιστων λιανικών τιμών.

Μία φερέγγυα λύση πρέπει να συνδυάσει τη διατήρηση της υπάρχουσας τιμής λιανικής των προϊόντων με την επιδίωξη της πολιτείας για αύξηση των φορολογικών εσόδων και την αδήριτη ανάγκη για την εξομάλυνση της αγοράς ώστε να διατηρηθεί η αποδοτικότητα του φόρου και να αποφευχθούν οι κοινωνικές επιπτώσεις από την επικείμενη διάλυσή της, μέσα όμως στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθεσίας.

Επιβάλλεται επομένως η μελέτη διορθώσεων στο πνεύμα της κοινοτικής νομοθεσίας, κατά την οποία «2. Όταν ένα κράτος μέλος τροποποιήσει το συντελεστή του φόρου προστιθέμενης αξίας που ισχύει για τα τσιγάρα, μπορεί να μειώσει την επίπτωση του συνολικού ελάχιστου ειδικού φόρου κατανάλωσης μέχρις ποσού το οποίο, εκφραζόμενο ως ποσοστό της λιανικής τιμής, ισούται με την επίπτωση της αύξησης του συντελεστή του φόρου προστιθέμενης αξίας, επίσης εκφραζόμενης ως ποσοστό της λιανικής τιμής, ακόμη και εάν η προσαρμογή αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της επίπτωσης τον συνολικού ελάχιστου ειδικού φόρου κατανάλωσης κάτω από το επίπεδο το οριζόμενο στο άρθρο 2» (οδηγία 1999/81 Ε.Κ.)». Ανάλογη διάταξη έχει συμπεριληφθεί και στην οδηγία 2010/12/ΕΕ.

Με τη διάταξη αυτή επιδιώχθηκε η συνάρτηση του επιβαλλόμενου ΦΠΑ με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης καπνού και η εναρμόνισή τους, ώστε, δεδομένου του ορισμού της ανώτατης τιμής από την καπνοβιομηχανία να περιοριστούν οι παρενέργειες της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης (ΦΠΑ και ειδικός φόρος) επί δεδομένης τιμής και να αφομοιωθεί η αύξηση του ΦΠΑ σταδιακά από τους παράγοντες της αγοράς.

Η ρύθμιση αυτή εξυπηρετεί και την αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης, αφού ο συντελεστής του ΦΠΑ επιβάλλεται επί της τιμής λιανικής πώλησης, που ήδη συμπεριλαμβάνει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, με αποτέλεσμα να επιβάλει φόρο επί φόρου, ο οποίος συμπιέζει το μέρισμα της τιμής λιανικής πώλησης που διατίθεται στους παράγοντες παραγωγής και διακίνησης καπνού. Κοντολογίς, ως βάση επιβολής του φόρου λαμβάνεται η καθαρή αξία του προϊόντος μαζί με το φόρο καπνού, σε αντίθεση με όλα τα άλλα προϊόντα που δεν βαρύνονται με ειδικό φόρο κατανάλωσης.

Εξάλλου, οι επιπτώσεις των τελευταίων αυξήσεων οφείλονται στην παράλληλη αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης και του ΦΠΑ, και μάλιστα ειδικά για τα καπνοβιομηχανικά προϊόντα ήδη από την εισαγωγή και έναρξη ισχύος του Ν. 3845/2010, σε αντίθεση με κάθε άλλο αγαθό ή υπηρεσία.

Με την εφαρμογή αυτής της λύσης, αναμένεται μερική αποκατάσταση της προμήθειας του σημείου λιανικής πώλησης, όπως προκύπτει και από τους συγκριτικούς πίνακες που ακολουθούν:





Η αποδοτικότητα της παραπάνω λύσης σε βάθος χρόνου θα διαφυλαχθεί από μία προσεκτική μελέτη μελλοντικών αυξήσεων της φορολογίας και των επιπτώσεών τους, ώστε να διατηρείται

ΘΕΜΑ 2ον: Διακίνηση του τύπου

Σχετ. : Το νομοθετικό διάταγμα 2943/14-8-1954 (ΦΕΚ 181/Α’/1954), όπως τροποποιημένο ισχύει μέχρι σήμερα.

Το νομοθετικό πλαίσιο: Κατά το άρθρο 1, «Δικαίωμα πωλήσεως εφημερίδων και περιοδικών προς το κοινόν, πλην των κατά τον Α.Ν. της 28/28 Μαϊου 1935 «περί κυκλοφορίας εφημερίδων» εκδοτών και πρακτορείων έχουν και:

Α) Εφημεριδοπώλες, που είναι ασφαλισμένοι στους οικείους ασφαλιστικούς φορείς κατά τους όρους των κείμενων διατάξεων, έχουν τη διακίνηση των εφημερίδων και περιοδικών αποκλειστικό επάγγελμά τους και απασχολούνται όλες τις εργάσιμες ημέρες και ώρες προσωπικά στην πώληση, παραλαβή και διάθεση των εντύπων.

Η αποκλειστικότητα ασκήσεως του επαγγέλματος προϋποθέτει εκτός των άλλων και την αυτοπρόσωπη καθημερινή συναλλαγή του εφημεριδοπώλη με τα Πρακτορεία Διανομής του Τύπου (παραλαβή – επιστροφή εντύπων).

Το δικαίωμα αυτό των εφημεριδοπωλών εκτείνεται αποκλειστικά στην περιφέρεια που καθορίζεται και γνωστοποιείται από την οικεία ένωση εφημεριδοπωλών κατά τις διατάξεις του παρόντος.

Β) Δικαιούχοι εκμεταλλεύσεως περιπτέρων, οριζόμενοι δι’ εγγράφφου εντολής των οικείων ενώσεων ιδιοκτητών ημερησίων εφημερίδων…….

Η οικεία οργάνωσις εφημεριδοπωλών υποχρεούται να γνωστοποιεί εγγράφως κατ’ έτος προς την οικείαν ένωσιν ιδιοκτητών ημερησίων εφημερίδων και τα πρακτορεία τύπου το ονοματεπώνυμον και την κατοικία εκάστου εφημεριδοπώλου, ως και την περιφέρειαν εις την οποίαν ασκεί ούτος το επάγγελμά του. Η μη τήρησις της ως άνω υποχρεώσεως, πλην των λοιπών εκ του παρόντος συνεπειών κατά των παραβατών, παρέχει το δικαίωμα εις την Ένωσιν να καθορίζη ελευθέρως μετά των πρακτορείων τύπου τον τρόπο διανομής. Εν τη εννοία της λέξεως «περίπτερα» περιλαμβάνονται παντός είδους καταστήματα πωλούντα εφημερίδας και περιοδικά …».

Σχετική είναι και η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, κατά την οποία «η διανομή των φύλλων εις τα κατά ανωτέρω περίπτερα γίνεται μέσω των εφημεριδοπωλών…Εις ην περίπτωσιν ήθελε κριθή υπό της Επιτροπής του άρθρου 3 του παρόντος ότι η διανομή εις περίπτερον τι δεν γίνεται κατά τον προσήκοντα τρόπον, η Επιτροπή αύτη δύναται να καθορίζει ότι ότι η διανομή εις το περίπτερον τούτο θα ενεργείται μέσω άλλου εφημεριδοπώλου. Εφ’ όσον κατά την απόλυτον κρίσιν της Επιτροπής του άρθρου 3 του παρόντος διαπιστωθή εις συγκεκριμένην περίπτωσιν αδυναμία εφαρμογής των ανωτέρω, θα καθορίζεται υπό ταύτης διάφορος τρόπος διανομής άνευ περιορισμού τινός».

Κατά το άρθρο 3 η παραπάνω επιτροπή σύγκειται από τέσσερα μέλη, από τα οποία δύο διορίζει η οικεία ένωση ιδιοκτητών ημερησίων εφημερίδων, ένα από την οργάνωση των εφημεριδοπωλών που εδρεύυει στην έδρα της ένωσης και ένα από τα πρακτορεία τύπου που εδρεύουν στην έδρα της ένωσης. Οικεία ένωση είναι η ένωση του τόπου εκδόσεως της εφημερίδας.

Ως προς την αμοιβή έκαστου παράγοντα στο σύστημα διακίνησης, διανομής και διάθεσης του τύπου, το άρθρο 2 παράγραφος 1 του ίδιου νόμου ορίζει ότι: «1. Η αμοιβή των εφημεριδοπωλών καθορίζεται διά αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου. Η αμοιβή των εκμεταλλευομένων τα περίπτερα διά τα παρ’ αυτών πωλούμενα φύλλα εφημερίδων και περιοδικών ορίζεται δι’ αποφάσεως της κατά το άρθρο 3 Επιτροπής και συνίσταται εις ποσοστόν της αμοιβής των εφημεριδοπωλών, όπερ μη δυνάμενο να υπερβεί το ήμισυ της αμοιβής ταύτης, δύναται να ποικίλη κατά περιοχάς, του υπολοίπου ανήκοντος εις τον ενεργούντα εις τα περίπτερα τη διανομή των φύλλων.»

Με το παραπάνω νομοθέτημα εισάγονται μη εύλογοι, μη αναγκαίοι και δυσανάλογοι στη σύγχρονη εποχή περιορισμοί του ανταγωνισμού ανάμεσα στους διανομείς – προμηθευτές του τύπου εφημεριδοπώλες.

Ειδικότερα, οι παραπάνω περιορισμοί, κατά το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ το παραπάνω νομοθέτημα, επιβλήθηκαν προκειμένου να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη, απρόσκοπτη και έγκαιρη παράδοση του τύπου στο σύνολο της επικράτειας, ιδιαίτερα μάλιστα στις πιο απομονωμένες περιοχές όπου αυτή υπό άλλες προϋποθέσεις θα ήταν ασύμφορη, αφού λήφθηκαν υπόψη α) οι συγκοινωνιακές δυσχέρειες πρόσβασης σε ολόκληρη την γεωγραφική περιφέρεια διανομής του τύπου, σε συνδυασμό και με την ανάγκη για την έγκαιρη και ακριβόχρονη παράδοσή του στα σημεία λιανικής πώλησης, και β) τα περιορισμένα τεχνικά και δαπανηρά μέσα μεταφοράς του τύπου και η έλλειψη ικανών οδικών υποδομών, σε συνδυασμό με την ανάγκη περιορισμού του σχετικού κόστους μεταφοράς.

Ωστόσο, στη σύγχρονη εποχή, που η τεχνολογική ανάπτυξη, η υψηλή στάθμη της τεχνικής και η βελτίωση των συγκοινωνιακών υποδομών έχει εξαλείψει τα παραπάνω προβλήματα, η σχετική νομοθετική πρόνοια, λόγω και των ασαφειών της, αποτελεί το έναυσμα για την εξάλειψη κάθε ανταγωνισμού ανάμεσα στους παράγοντες διακίνησης του τύπου και ιδιαίτερα τους εφημεριδοπώλες, μέσω της παρερμηνείας της από το σωματείο τους. Στην πρακτική που διαμορφώνει το παραπάνω σωματείο εναρμονίζουν τη συμπεριφορά τους το σύνολο των μελών του, αρνούμενο να αποστεί από αυτή για οποιοδήποτε λόγο, με αποτέλεσμα την συσσωρευόμενη οικονομική ζημία των περιπτέρων – σημείων πώλησης, αλλά και μεγάλου μέρους εφημεριδοπωλών μεμονωμένα.

Τηρούμενη πρακτική- προβλήματα- στρέβλωση της αγοράς: Α. Το ανωτέρω νομοθέτημα επιβάλλει έκαστος εφημεριδοπώλης να ασκεί το δικαίωμα πώλησης του τύπου στο κοινό και διανομής του στα περίπτερα σε μερικότερη περιφέρεια, από τη συνολική γεωγραφική περιφέρεια στην οποία εκτείνεται η οικεία ένωση εφημεριδοπωλών. Η διάταξη δεν προσδιορίζει με σαφήνεια το είδος και τη φύση των αντικειμενικών κριτηρίων (γεωγραφικά, διοικητικά, οικονομικά) προσδιορισμού των επιμέρους αυτών περιφερειών, του αριθμού των εφημεριδοπωλών οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους σε έκαστη από αυτές τις περιφέρειες αλλά και της επιλογής τους.

Με την μέχρι τώρα τηρούμενη πρακτική του σωματείου εφημεριδοπωλών τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, η περιφέρειά της υποδιαιρείται με απόφασή της σε επιμέρους ζώνες, μέσα από εν κρυπτώ διαδικασίες, οι οποίες δε γνωρίζουν καμία απολύτως δημοσιότητα, αλλά και εντελώς αυθαίρετα, χωρίς δηλαδή την προσφυγή σε κάποια αντικειμενικά κριτήρια, γεωγραφικά ή διοικητικά. Αντιθέτως, προσδιορίζονται σε αριθμό σημείων λιανικής πώλησης του τύπου μίας περιοχής. Στη συνέχεια, ανατίθεται κατ’ αποκλειστικότητα σε έναν μόνο σε αριθμό εφημεριδοπώλη, χωρίς την προσφυγή και πάλι σε οποιοδήποτε αντικειμενικό κριτήριο για την επιλογή του, η διανομή του ημερησίου και περιοδικού τύπου.

Β. Περαιτέρω, με την απόφαση αυτή ο εφημεριδοπώλης – αποκλειστικός προμηθευτής του περιπτέρου αποκτά λόγω της ιδιότητάς του αυτής δεσπόζουσα θέση σε σχέση με τον πωλητή του τύπου, ο οποίος περιέρχεται σε απολύτως μειονεκτική θέση και τελεί σε σχέση εξάρτησης προς αυτόν. Εξαιτίας της κατ’ αποκλειστικότητα προμήθειας του συγκεκριμένου περιπτέρου από το διοριζόμενο εφημεριδοπώλη και του αποκλεισμού κάθε ενδεχομένου αντικατάστασής του για οποιοδήποτε λόγο ή του δικαιώματος επιλογής εφημεριδοπώλη από πλευράς του περιπτεριούχου, ο περιπτεριούχος δεν δύναται να επιλέξει την επωφελέστερη γι’ αυτόν συνεργασία. Έτσι, αποτελεί έρμαιο των εκάστοτε διαθέσεων των εφημεριδοπώλη, με τον οποίο σημειωτέον τελεί σε σχέση ανταγωνισμού, αφού και αυτός, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, έχει δικαίωμα απευθείας διάθεσης του τύπου προς το κοινό από κινητά σημεία.

Σημειώνεται ότι δεν υφίσταται καμία διαδικασία αντικατάστασης του εφημεριδοπώλη από άλλον, αφού η επιτροπή του άρθρου 3 παραμένει αδρανής, χωρίς γραμματειακή υποστήριξη ή υποδομές, διαδικασία λειτουργίας και δικαστική ή εξώδικη εκπροσώπηση, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί ολοκληρωτικά ανενεργή. Περαιτέρω, ακόμη και στο βαθμό που λειτουργεί, δεν έχει αρμοδιότητα επί τυχόν προβλημάτων συνεργασίας ανάμεσα στον εφημεριδοπώλη και τον περιπτεριούχο, εάν αυτά δεν επηρεάζουν τη στοιχειώδη διανομή του τύπου, σε αυτήν δε συμμετέχουν εκπρόσωποι των εφημεριδοπωλών, με όλες τις προφανείς συνέπειες για την μεροληψία της.

Γ. Εξαιτίας της αδράνειας της παραπάνω επιτροπής, η κατ’ άρθρον 2 παρ. 1 αμοιβή των περιπτεριούχων για την πώληση των φύλλων προσδιορίζεται, ελλείψει αποφάσεως από την παραπάνω επιτροπή, μονομερώς και αυθαίρετα από τον εφημεριδοπώλη, χωρίς κανένα απολύτως κριτήριο. Έτσι, παρότι ο νόμος επιβάλλει η αμοιβή του περιπτεριούχου να μην υπερβαίνει το ήμισυ του μέρους της τιμής του εντύπου που κατανέμεται ανάμεσα στον εφημεριδοπώλη και τον περιπτεριούχο, η αμοιβή των περιπτέρων μας έχει προσδιορίζεται σε κάποιες περιοχές (Δήμος Αθηναίων) σε ποσοστό 10% της συνολικής τιμής του εντύπου, πλην όμως σε άλλες σε ποσοστό 5% και σε άλλες σε 6%, όταν το προβλεπόμενο ποσοστό επί της τιμής αυτού που καταλείπεται για κατανομή ανάμεσα στον εφημεριδοπώλη και τον περιπτεριούχο ανέρχεται σε 20% για τις εφημερίδες και 22% για τα περιοδικά.

Παράλληλα, ο εφημεριδοπώλης έχει τη δυνατότητα να χορηγεί αυθαίρετα σε άλλα σημεία πώλησης της περιφέρειας που προμηθεύει μεγαλύτερη αμοιβή και σε άλλα μικρότερη, νοθεύοντας τον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Έτσι αποκλείεται, λόγω της δεσπόζουσας θέση του εφημεριδοπώλη και της πλήρους από μέρους του εκμετάλλευσης της οικονομικής εξάρτησης του περιπτεριούχου προς αυτόν, οποιαδήποτε διαπραγμάτευση ανάμεσα στον περιπτεριούχο και τον εφημεριδοπώλη για την κατανομή του παραπάνω ποσοστού εντός των πλαισίων του παραπάνω Νόμου, ο οποίος ορίζει μόνο ελάχιστο κατώτατο όριο αυτής.

Τα ανωτέρω ζητήματα εξετάζονται κατόπιν καταγγελίας συναδέλφων από την επιτροπή ανταγωνισμού. Ωστόσο, η νομοθετική ισχύς των παραπάνω στρεβλώσεων και η έλλειψη κοινοτικής αναφοράς των σχετικών συναλλαγών, που θα επέτρεπε την εξέταση της συμβατότητας της νομοθετικής πρόβλεψης με το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει την άμεση παρέμβαση του νομοθέτη με σκοπό την αποκατάσταση της διαπραγματευτικής ισορροπίας όλων των συντελεστών διακίνησης του τύπου με παράλληλη κατοχύρωση θεσμικών εγγυήσεων υπέρ της πολυφωνίας, του πλουραλισμού και της εξασφάλισης της προσβασιμότητας του κοινού στο σύνολο των εντύπων.

Πιθανή Λύση: Η κατευθύνσεις της παραπάνω νομοθετικής πρωτοβουλίας πρέπει να είναι οι ακόλουθες:

-Διατήρηση της προστασίας του εισοδήματος του εφημεριδοπώλη ως ισχύει, αλλά και προστασία του εισοδήματος του σημείου πώλησης με την υφιστάμενη πρόνοια για κατώτατο όριο εισοδήματος – προμήθειας για τη διακίνηση του τύπου.

-Ελεύθερη επιλογή εφημεριδοπώλη – συνεργάτη μέσα από ελεύθερη διαπραγμάτευση των όρων συνεργασίας και αμοιβής.

-Προαιρετική προμήθεια του ημερήσιου και περιοδικού τύπου από εφημεριδοπώλη και δυνατότητα απευθείας προμήθειάς του από τα πρακτορεία διανομής τύπου.

-Διακίνηση του τύπου με απολύτως νόμιμα παραστατικά (δελτία αποστολής και τιμολόγια), ώστε να εναρμονιστεί φορολογικά με το νέο καθεστώς (υπαγωγή περιπτέρων στα βιβλία Β’ κατηγορίας).

Σημειώνεται ότι τα παραπάνω δεν αφορούν τη διακίνηση του αλλοδαπού τύπου, η οποία γίνεται υποδειγματικά με νόμιμα παραστατικά και με ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά κέρδους για το σημείο μικρής λιανικής.

 

ΘΕΜΑ 3ΟΝ: Ζητήματα νομοθετικού πλαισίου λειτουργίας

Σχετ.: Ν.Δ. 1044/1971, ΚΥΑ Κ.5671/1487/1984, ΚΥΑ Φ.900/12/158489/7.4.2006, Ν. 1080/1980

Το ζήτημα: Όπως διευκρινίστηκε στην εισαγωγή του παρόντος, απαιτείται η εξισορρόπηση των προνοιακών σκοπών που επιδιώκει η λειτουργία των επιχειρήσεων μικρής λιανικής, του καλώς εννοούμενου επιχειρηματικού συμφέροντος αυτών σε υγιή οικονομικά λειτουργία και των δημοσίου συμφέροντος σχετικά με τις προϋποθέσεις και τους όρους λειτουργίας τους.

Ενόψει των ανωτέρω απαιτείται να μελετηθεί ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου του συνόλου των όρων λειτουργίας τους ως ακολούθως:

1) Αύξηση των διαστάσεων του κουβουκλίου περιπτέρου Ν.Δ. 1044/1971

Η νομοθετική πρόνοια ανάγεται σε χρονικές περιόδους που ο κύκλος εργασιών του περιπτέρου εξαντλείτο σε ολιγάριθμα έντυπα και μικρό εύρος τύπων καπνοβιομηχανικών προϊόντων, κάθε δε μεταγενέστερη τροποποίηση παραγνώριζε την μετεξέλιξη των επιχειρήσεων μικρής λιανικής σε εμπορικές επιχειρήσεις υψηλής προσβασιμότητας με σκοπό την κάλυψη ολοένα διευρυνόμενων αναγκών του καταναλωτικού κοινού. Παράλληλα, παραγνωρίζει την ανάγκη των εργαζομένων στα περίπτερα για στοιχειώδεις όρους ασφάλειας και πρόσληψης κακόβουλων ενεργειών (εγκατάσταση συστημάτων ασφαλείας, αποτροπή μικροκλοπών) και υγιεινής (χώροι υγιεινής, κλιματισμός, άνετο περιβάλλον).

Υπό την προϋπόθεση της κατάργησης κάθε περιορισμού γύρω από τον τύπο περιπτέρου (υλικό κατασκευής, τρόπος κατασκευής), οι ανωτέρω ανάγκες μπορούν να εξυπηρετηθούν μόνο από κουβούκλιο διαστάσεων 2,00 επί 2,50 μέτρων.

Αποτέλεσμα των δισταγμών της πολιτείας και της αντίφασης ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον νόμο είναι η έλλειψη ρυθμιστικής της παρέμβασης με πρόδηλες επιπτώσεις στην αισθητική και κυρίως στην υγιεινή των κουβουκλίων, μέσω των οποίων διακινούνται προϊόντα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Επίσης, η έλλειψη παρέμβασης της Πολιτείας δεν έχει μόνο ως αποτέλεσμα τη διαρκή ανασφάλεια των συναδέλφων, που υποχρεούνται σε συστηματική παράβαση της ξεπερασμένης νομοθετικής πρόνοιας για να πετύχουν τη στοιχειώδη λειτουργία των επιχειρήσεών τους και υπόκεινται σε δυσμενέστατες διοικητικές κυρώσεις (ανάκληση έγκρισης της μίσθωσης και άδειας εκμετάλλευσης στον δικαιούχο – ΑΜΕΑ). Κυρίως έχει επίπτωση σε βάρος των ελεύθερων και κοινοχρήστων χώρων, που καταλαμβάνονται ακρίτως και με μείζονα του απαιτούμενου βαθμού από μερίδα συναδέλφων σε υπερβολικό βαθμό, με αποτέλεσμα την εξασφάλιση πλεονεκτικής εμπορικής θέσης σε σχέση με όμορα σημεία.

Δεν επιδιώκεται με την πρότασή μας η κακόπιστη παράδοση των κοινοχρήστων χώρων στα περίπτερα, αλλά η ομαλή ένταξη της αποδοτικής λειτουργίας τους εντός αυτών από άποψης χωροταξίας και αισθητικής. Στο πλαίσιο αυτό, η διαχείριση της επαύξησης των διαστάσεων των κουβουκλίων μπορεί να επιτευχθεί με την ενεργότερη και ουσιαστικότερη, αντί της τυπικής σημερινής, παρουσία των δήμων κατά τη χωροθέτηση των περιπτέρων, ώστε αυτή να γίνεται σε επαρκείς κοινόχρηστους χώρους.

2) Ρητή υπαγωγή των περιπτέρων στις διατάξεις του Ν. 1080/80 για την παραχώρηση κοινοχρήστων χώρων από τους Δήμους.

Οι ισχύουσες διατάξεις του παραπάνω νόμου απλώς προβλέπουν την απαλλαγή του κουβουκλίου του περιπτέρου από τα υφιστάμενα δημοτικά τέλη για την κατάληψη του κοινοχρήστου χώρου.

Τα προβλήματα προέκυψαν από την επαύξηση τόσο τους εύρους των διατιθέμενων ειδών (εντύπων, σιγαρέττων), όσο και του όγκου τους (ιδιαίτερα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο), που καθιστά ασφυκτικό το περιβάλλον του κουβουκλίου για τη σωστή ταξινόμηση και έκθεσή τους.

Με την εισαγωγή του άρθρου 47 παρ. 1 και 3 της με αριθμό Α1β/8577/1983 Υγειονομικής Διατάξεως δόθηκε σύμφωνα με τους όρους της στα σημεία μικρής λιανικής η δυνατότητα διάθεσης προϊόντων υγειονομικού ενδιαφέροντος από κατάλληλα ψυγεία.

Οι δύο παραπάνω νόμοι δεν έχουν εναρμονιστεί, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη ανομοιογένεια λύσεων από την πλευρά των Δήμων. Στην πιο ακραία εκδοχή θεωρείται ότι το περίπτερο υπό την προϋπόθεση καταβολής των αναλογούντων τελών πρέπει να καταλαμβάνει χώρο επιπλέον του νόμιμου κουβουκλίου του ίσο με την επιφάνεια δύο ψυγείων. Άλλοι δήμοι, κινούμενοι προς ορθότερη κατεύθυνση, αφού συνεκτίμησαν τις ειδικότερες χωροταξικές και πολεοδομικές συνθήκες, την εξυπηρέτηση του καταναλωτικού κοινού και τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα του περιπτέρου, τα οποία εναρμόνισαν με τα δικαιώματα του κοινού για απρόσκοπτη χρήση των κοινοχρήστων χώρων, διέθεσαν επιφάνειες κοινοχρήστων χώρων για την επιπλέον ανάπτυξή τους, είτε με μεγαλύτερα κουβούκλια είτε με την εγκατάσταση ψυγείων και βοηθητικών μέσων προβολής του τύπου.

Εισηγούμεθα την εισαγωγή ρητής εξουσιοδοτικής διάταξης με βάση την οποία οι Δήμοι, εκτιμώντας τις τοπικές συνθήκες και θέτοντας γενικά και αφηρημένα χωροταξικά και πολεοδομικά κριτήρια θα έχουν τη διακριτική ευχέρεια παραχώρησης επιπλέον κοινοχρήστου χώρου αντί οριζόμενου από αυτούς δημοτικού τέλους, αυστηρά πέριξ του περιπτέρου για την ανάπτυξη του με οποιαδήποτε από τις παραπάνω μορφές (εγκαταστάσεις στο κουβούκλιο, ψυγεία, εκθετήρια εντύπων κ.τ.λ.). Επίσης, την κατάργηση του αριθμητικού προσδιορισμού του αριθμού των ψυγείων από την παραπάνω υγειονομική διάταξη και την αντικατάστασή της με την προϋπόθεση της τήρησης του κανονισμού κατάληψης κοινοχρήστων χώρων του οικείου Δήμου.

3) Οι ισχύουσες διατάξεις περιορίζουν την μετεγκατάσταση κουβουκλίου περιπτέρου για λόγους μειωμένης αποδοτικότητα ή κυκλοφοριακών προβλημάτων σε θέσεις ως έγγιστα των προϋφιστάμενων και επομένως στα διοικητικά όρια του ίδιου Δήμου, ώστε να εξευρίσκεται η βέλτιστη από οικονομικής απόψεως θέση.

Εισηγούμεθα την ελεύθερη κατά την απόλυτη κρίση του δικαιούχου μετεγκατάσταση του κουβουκλίου εντός του ίδιου νομού, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις.

4) Οι διατάξεις της ΚΥΑ Κ.5671/1487/1984 σχετικά με την μίσθωση των περιπτέρων του Ν.Δ. 1044/1971 επιχειρούν την εξισορρόπηση των καλώς εννοούμενων συμφερόντων του δικαιούχου ΑΜΕΑ και του μισθωτή με μεθόδους αναχρονιστικές και άστοχες.

Επί της ουσίας, καταλήγουν είτε στην έξωση του μισθωτή εντός μόλις επτά (7) ετών, είτε στην καταβολή εκ μέρους του αϋλης εμπορικής αξίας χιλιάδων ΕΥΡΩ κατά την μίσθωση του περιπτέρου, αλλά και σε κάθε αναμίσθωση ανά επτά έτη (νόμιμη διάρκεια μίσθωσης), κατά την οποία το μίσθωμα προσαυξάνεται με βάση της διατάξεις της παραπάνω ΚΥΑ κατά 30%. Σημειώνεται ότι εξαιτίας του μικρής νόμιμης συμβατικής διάρκειας των μισθώσεων αυτών και της ευχέρειας προσχηματικής ιδιόχρησης εκ μέρους του ΑΜΕΑ – δικαιούχου χωρίς αποζημίωση, η απαγόρευση καταβολής στον εκμισθωτή αϋλης εμπορικής αξίας είναι τουλάχιστον αφελής.

Το ανάλογο σύστημα που προβλέπεται από το Π.Δ. 34/1995, όπως έχει δοκιμαστεί στην πράξη, επί της ουσίας έχει επιτύχει περισσότερο στον παραπάνω σκοπό, αφού καταλείπει χώρο για την εξισορρόπηση των συμφερόντων στη συμβατική ελευθερία των μερών στη βάση των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά στην εκάστοτε συγκυρία. Παράλληλα, εισάγει όλους τους αναγκαίους περιορισμούς για την αποφυγή καταχρήσεων από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Κατά συνέπεια, πρέπει να μελετηθεί οι μισθώσεις αναπηρικών περιπτέρων να προσαρμοστούν στις διατάξεις του παραπάνω νόμου (ελάχιστη νόμιμη διάρκεια 12 έτη, αποζημίωση αϋλης εμπορικής αξίας σε ενδεχόμενο ιδιόχρησης κτ.λ.), με την επιφύλαξη όμως των ιδιαιτεροτήτων που υπαγορευει η λειτουργία των περιπτέρων για λόγους κοινωνικής πρόνοιας (διοικητική εποπτεία σύναψης, εξέλιξης και λήξης μισθώσεως, διατήρηση συστήματος διοικητικής αποβολής μισθωτή κ.τ.λ.)

Για την ολοκλήρωση του προβληματισμού ενόψει της αναγκαίας διαβούλευσης, σημειώνουμε ότι εξαιτίας της βραχείας νόμιμης διάρκειας της μισθώσεως περιπτέρου (επτά έτη) και της καθυστέρησης της διοικητικής διαδικασίας αποκατάστασης νέου δικαιούχου σε σχολάζοντα περίπτερα (λόγω αποβιώσεως του παλαιού δικαιούχου), επανειλημμένα η νόμιμη συμβατική διάρκεια της μίσθωσης με τον αποβιώσαντα δικαιούχο παρέρχεται, με αποτέλεσμα ο νέος δικαιούχος να μη δεσμεύεται από αυτήν και ο μισθωτής να υπόκειται την απειλή της αξιώσεως αν δε συμμορφωθεί σε οποιεσδήποτε απαιτήσεις του νέου δικαιούχου.

5) Η απαγόρευση εκμίσθωσης περιπτέρων σε εταιρείες είναι αναχρονιστική και αντισυνταγματική. Η σύσταση εταιρειών με σκοπό την εκμετάλλευση περιπτέρου δεν αντιβαίνει κατά κανόνα τον οικογενειακό χαρακτήρα αυτών, αφού στην πράξη αυτές συνιστώνται μεταξύ συνεκμεταλλευτών του ίδιου περιπτέρου. Επίσης, δεν έχει κανένα νόημα, καθώς δεν υπάρχει ανάλογη απαγόρευση για τις επιχειρήσεις πώλησης ψιλικών ειδών.

Ομοίως πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά η απαγόρευση εκμίσθωσης πλέον της μίας άδειας καπνικών ειδών στο αυτό πρόσωπο, καθώς είναι αμφίβολο εάν επιτυγχάνει τους σκοπούς της. Στην πράξη, η συγκέντρωση του εμπορίου ψιλικών ειδών επιτυγχάνεται με την ένταξη πολλών από τα σημεία πώλησης σε δίκτυα διανομής με αποκλειστικούς προμηθευτές και εναρμονισμό της συναλλακτικής τους συμπεριφοράς ή λόγω του εναρμονισμού της συναλλακτικής συμπεριφοράς των χονδρεμπόρων, με πρόδηλες επιπτώσεις τόσο στο καταναλωτικό κοινό όσο και στους χονδρεμπόρους.

6) Απαιτείται η συνολική επανεξέταση της νομοθεσίας με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας έναντι των κινδύνων του καπνίσματος, ώστε να επιτευχθεί η αναγκαία ισορροπία ανάμεσα στη δημόσια υγεία και τα δικαιώματα των παραγωγών, διακινητών και καταναλωτών καπνού.

Όλα τα ειλημμένα μέτρα προς την κατεύθυνση της απαγόρευσης της διάθεσης καπνού προς τους ανηλίκους και της διαφήμισής του σε χώρους άθλησης και συνάθροισης της νεολαίας κινούνται προς την απολύτως ορθή κατεύθυνση και έχουμε δεσμευτεί για την συνδρομή μας στην εφαρμογή τους.

Ωστόσο, η απαγόρευση της διαφήμισης του καπνού από τις επιχειρήσεις λιανικής πώλησής του με εξωτερικές επιγραφές απηχεί μία παρωχημένη αντίληψη ότι δήθεν η προβολή μίας μάρκας καπνού αποτελεί διαφήμιση του καπνίσματος εν γένει. Ωστόσο, στην ουσία το διαφημιστικό μήνυμα απευθύνεται αποκλειστικά στους καπνιστές και όχι στους μη καπνιστές. Επίσης, η εφαρμογή της σχετικής διάταξης αποστέρησε τις επιχειρήσεις μας από ένα σημαντικό έσοδο, που αντισταθμίζει τη χαμηλή προμήθειά μας από τη διάθεση των καπνών και το υψηλό λειτουργικό τους κόστος, καθώς πολλές φορές τα ανταλλάγματα συνίστανται στην δωρεάν παροχή υποδομών, όπως υπερσύγχρονα κουβούκλια περιπτέρου και μεθόδους μηχανογράφησής τους.

Παράλληλα, πρέπει να διασφαλιστεί το δικαίωμα χρήσης καπνού σε χώρους υγειονομικού ενδιαφέροντος μέσα από κατάλληλες υποδομές, ώστε να διασφαλίζονται ισότιμα τα δικαιώματα τόσο των χρηστών καπνού, όσο και των μη καπνιστών.

7) Επιβάλλεται η ένταξη των επιχειρήσεων μικρής λιανικής στα προγράμματα δανεισμού του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ), προκειμένου αυτές να αντεπεξέλθουν στην πιστωτική κρίση που προκάλεσαν οι διαδοχικές αυξήσεις της φορολογίας του καπνού και η κάθετη μείωση των εσόδων τους.

Η ένταξη αυτή κρίνεται επιβεβλημένη ως αναγνώριση της συμβολής των επιχειρήσεων αυτών στην αγορά και την απασχόληση ως στρατηγικού και βασικού πυλώνα διεκπεραίωσης αγαθών και υπηρεσιών στο καταναλωτικό κοινό.

Επίσης, πρέπει να μελετηθεί η ένταξη των επιχειρήσεων αυτών στα προγράμματα του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ), με σκοπό τον εκσυγχρονισμό τους. Κύριες αιχμές του εκσυγχρονισμού των υποδομών των παραπάνω επιχειρήσεων είναι α) η μηχανοργάνωσή τους με στόχο την απρόσκοπτη προσαρμογή τους στο νέο καθεστώς φορολόγησης (τήρηση βιβλίων Β’ κατηγορίας αντί βιβλίων αγορών), καθώς και τη βελτίωση της λογιστικής παρακολούθησης των αποτελεσμάτων τους λόγω του όγκου και της ποικιλίας του αντικειμένου των συναλλαγών τους, που έχει διαφορετική μεταχείριση από πλευράς φορολογίας και κέρδους, β) η βελτίωση των υποδομών τους σε ζητήματα ασφάλειας, αισθητικής, υγιεινής και εξοικονόμησης ενέργειας (νέα κουβούκλια και φιλικός προς το περιβάλλον και οικονομικός στην ενεργειακή κατανάλωση ηλεκτρικός και ηλεκτρονικός εξοπλισμός).

Συμπεράσματα: Από την παραπάνω συνοπτική τομή των προβλημάτων των επιχειρήσεων μικρής λιανικής, προκύπτει ότι, παρά την επιτακτικότητα της εξομάλυνσης της αγοράς καπνού, η βιωσιμότητά τους αποτελεί την αλληλεπίδραση πλείστων παραγόντων νομοθετικών και άλλων. Η μέχρι σήμερα νομοθετική ατολμία της πολιτείας και η αποτυχία εκσυγχρονισμού του πλαισίου λειτουργίας των επιχειρήσεών αυτών δεν αποτελεί μόνο τροχοπέδη για την ανάπτυξή τους και την καλύτερη εκπλήρωση των προνοιακών σκοπών τους, αλλά εντείνει τα φαινόμενα αυθαιρεσίας και νόθευσης της υγιούς λειτουργίας του ανταγωνισμού στην αγορά, που απειλεί τη βιωσιμότητά τους.

Η επιλογή των επιχειρήσεων αυτών ως στρατηγικών συνεταίρων και συνεργατών σημαντικών παραγωγικών κλάδων απηχεί την προσφορά των παραπάνω επιχειρήσεων στην αγορά και την Εθνική Οικονομία, η οποία ωστόσο δεν εκφράζεται στην αποδοτικότητά τους.

Ωστόσο, η σύγχρονη πραγματικότητα κατατείνει στη διάλυσή τους με σοβαρές επιπτώσεις στην απασχόληση, τον κοινωνικό ιστό, την υγιή και ομαλή λειτουργία της αγοράς και την κάλυψη των αναγκών του καταναλωτικού κοινού. Ως εκ τούτου, προκύπτει αδήριτη και επιτακτική η κοινωνική ανάγκη διασφάλισης της βιωσιμότητάς τους μέσα από ένα σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο, ώστε οι επιχειρήσεις αυτές να εξακολουθήσουν να συνδράμουν όπως μέχρι σήμερα τόσο στα φορολογικά και εν γένει έσοδα της πολιτείας (φορολογικά, ασφαλιστικά κ.α.), όσο και στην απασχόληση και την αναπτυξιακή προοπτική μέσα στη σύγχρονη δυσμενή συγκυρία.

ΑΘΗΝΑ, 10 ΙΟΥΝΙΟΥ 2010

Ο ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΤΗΣ ROADKIOSK

ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ

ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ 63 – ΑΘΗΝΑ - ΤΗΛ: 210 3825215 - FAX: 210 3819733

 

 

Read 6511 times
Login to post comments

Μικρή Λιανική

  • Λαθρεμπόριο
  • Καπνοβιομηχανίες
  • Ηλεκτρονικό Τσιγάρο
Post by Super Admin
- Ιουλ 27, 2017
Αρχηγός της «μαφίας των τσιγάρων» ένας 49χρονος - Εμπλέκονται και άλλοι δεκάδες αλλά όλοι έμειναν ...
Post by Super Admin
- Ιουλ 24, 2017
Μεγάλες κόντρες με έντονο παρασκήνιο και άρωμα γυναίκας έχει ξεσπάσει στην καπνοβιομηχανία Καρέλιας. Οι έριδες, ...
Post by Super Admin
- Ιουν 23, 2017
Μετά την επιτυχημένη πορεία του σε πολλές χώρες του εξωτερικού, η JTI παρουσιάζει και στην ελληνική αγορά το LOGIC: ένα ...

Εγγραφή Μελών

Top
We use cookies to improve our website. By continuing to use this website, you are giving consent to cookies being used. More details…